ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ

Η θαλασσαιμία ανήκει σε μια οικογένεια γενετικών παθήσεων που προσβάλλουν το ανθρώπινο αίμα και είναι γνωστές ως διαταραχές της αιμοσφαιρίνης ή αιμοσφαιρινοπάθειες. Οι κύριοι τύποι της είναι η α-θαλασσαιμία και η β-θαλασσαιμία. Η τελευταία εμφανίζεται κατά κύριο λόγο στους πληθυσμούς που κατοικούν γύρω από τη Μεσόγειο, για αυτό και στη χώρα μας η νόσος εμφανίζει σχετικά αυξημένο επιπολασμό.
Η β-θαλασσαιμία οφείλεται σε μεταλλάξεις των γονιδίων της αιμοσφαιρίνης  και χαρακτηρίζεται από ανεπάρκεια αλυσίδων β-σφαιρίνης. Αυτή η ανεπάρκεια προκαλεί αναποτελεσματική ερυθροποίηση και τελικά βαριά αναιμία και ανεπαρκή οξυγόνωση του αίματος. Το αποτέλεσμα είναι οι ασθενείς με β-θαλασσαιμία να χρειάζονται συχνές μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων. Αφενός λόγω της αναιμίας και αφετέρου λόγω της υπερφόρτωσης σιδήρου που προκαλείται από τις μεταγγίσεις, οι ασθενείς παρουσιάζουν πολυσυστημικές επιπλοκές και σωματικές εκδηλώσεις όπως καρδιακή και ηπατική νόσο, θρομβοεμβολικά επεισόδια, σκελετικές δυσμορφίες και ενδοκρινοπάθειες (Cappellini 2018· Taher 2017).

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ

Παγκοσμίως, ο εκτιμώμενος επιπολασμός της β-Θαλασσαιμίας κυμαίνεται από 1 έως 9 ανά 1.000.000 (Orphanet 2018). Οι περιοχές με τον υψηλότερο επιπολασμό β-θαλασσαιμίας περιλαμβάνουν χώρες γύρω από τη Μεσόγειο (συμπεριλαμβανομένης της Νότιας Ευρώπης και της Βόρειας Αφρικής), τη Μέση Ανατολή, την Ινδία, την Κεντρική, Ανατολική και Νοτιοανατολική Ασία και τη Νότια Αμερική (Cappellini 2010). Στην Ελλάδα εκτιμάται πως περίπου 2000 ασθενείς είναι μεταγγισιοεξαρτώμενοι.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Οι ασθενείς με τη σοβαρή μορφή της νόσου (μεταγγισιοεξαρτώμενη β-θαλασσαιμία) συχνά παρουσιάζουν συμπτώματα κατά τη βρεφική ηλικία, μεταξύ 6 και 24 μηνών, και χρειάζονται διά βίου τακτικές μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων και συνεχή ιατρική φροντίδα προκειμένου να επιβιώσουν (Cappellini 2014).

Ωστόσο, οι τακτικές μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων προκαλούν

  • υπερφόρτωση σιδήρου η οποία συμβάλλει στην ανάπτυξη αρκετών επιπλοκών της νόσου, με κυριότερες την καρδιακή δυσλειτουργία (π.χ. αρρυθμία, καρδιακή ανεπάρκεια), ενδοκρινικές διαταραχές και ηπατική νόσο (Cappellini 2018· Bou-Fankhredin 2018). Μάλιστα, η καρδιακή νόσος που σχετίζεται με υπερφόρτωση σιδήρου αποτελεί την κύρια αιτία της αυξημένης θνησιμότητας στους ασθενείς με β-θαλασσαιμία (Ladis 2011).
  • επιπλοκές όπως η αλλοανοσοποίηση και οι λοιμώξεις

Η διαχείριση της υπερφόρτωσης σιδήρου γίνεται συνήθως με τη χρήση χηλικοποιητικών παραγόντων σιδήρου (Cappellini 2014). Ωστόσο, πολλοί ασθενείς με μεταγγισιοεξαρτώμενη β-θαλασσαιμία εμφανίζουν υπερφόρτωση σιδήρου παρά τη λήψη χηλικοποιητικών παραγόντων (Cappellini 2020· Porter 2019). Η λήψη τους επιβάλλει επίσης την αυξημένη παρακολούθηση των ασθενών, σχετίζεται με περιορισμένη συμμόρφωση στη θεραπεία και μπορεί να προκαλέσει επιπρόσθετες επιπλοκές, όπως καρδιακή ανεπάρκεια και ενδοκρινικές επιπλοκές (Cappellini 2018· Cappellini 2014).
Οι θεραπευτικές επιλογές για τους ασθενείς με β-θαλασσαιμία είναι περιορισμένες.
Η μοναδική θεραπευτική αντιμετώπιση για τη β-θαλασσαιμία που προτείνεται επί του παρόντος σύμφωνα με τις θεραπευτικές κατευθυντήριες οδηγίες, είναι η αλλογενής μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων που συνήθως όμως περιορίζεται σε ασθενείς ηλικίας <14 ετών (Cappellini 2018· Cappellini 2014) και δύναται να σχετίζεται με σημαντική νοσηρότητα (π.χ. υψηλά ποσοστά απόρριψης μοσχεύματος, χρόνια αντίδραση μοσχεύματος κατά του ξενιστή, λοιμώξεις), ενώ το υψηλό κόστος της διαδικασίας περιορίζει την προσβασιμότητα σε αυτή, ειδικά για ασθενείς σε αναπτυσσόμενες χώρες (Srivastava 2017).
Πρόσφατα εγκρίθηκαν από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων και γονιδιακές θεραπείες δίνοντας ελπίδα για αποτελεσματικότερη διαχείριση της νόσου. Ομοίως και οι γονιδιακές θεραπείες, φέρουν κάποιους περιορισμούς ως προς τη χορήγησή τους και ενέχουν τον κίνδυνο εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών. Επίσης, πρόσφατα έλαβαν έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων θεραπείες που προάγουν την ωρίμανση των ερυθρών κυττάρων και μειώνουν την ανάγκη για μεταγγίσεις.
Γενικά, άλλες θεραπείες δεν συνιστώνται ως συμβατικές θεραπείες λόγω του κινδύνου εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. σπληνεκτομή) ή δεν υποστηρίζονται από επαρκή δεδομένα τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών (λ.χ. παράγοντες διέγερσης της ερυθροποίησης [ESA] ή επαγωγή εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης [Hb]) (Cappellini 2014).